Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΚΑΣΗΣ MW ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΙΕΘΝΕΙΣ ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ ΣΤΑ ΕΓΧΩΡΙΑ ΑΜΠΕΛΙΑ

2023-06-03T07:00:00.0000000Z

2023-06-03T07:00:00.0000000Z

Kathimerini Digital

https://kathimerini.pressreader.com/article/282793540785740

Απόψεις

Τα δύο βασικά πλεονεκτήματα των γηγενών ποικιλιών είναι πως αντιδρούν πιο αργά στην αλλαγή των κλιματολογικών συνθηκών, όντας εγκλιματισμένες στον τόπο τους εδώ και αιώνες, και ότι μπορούν να δώσουν αυθεντικά κρασιά που φωνάζουν Ελλάδα. Αυτό σημαίνει, άραγε, ότι οι διεθνείς ποικιλίες Cabernet Sauvignon, Syrah, Merlot και Sauvignon Blanc πρέπει να ξεπατωθούν ή ότι πλέον δεν τις χρειαζόμαστε καθόλου; Η προσέγγιση προφανώς δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Στο κάτω κάτω της γραφής, περισσότερο από το 80% του ελληνικού αμπελώνα είναι φυτεμένο με διεθνείς ποικιλίες αφήνοντας μόλις ένα 20% στις κοσμοπολίτικες για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες κυρίως της ελληνικής αγοράς. Πάντως, ακόμα και οινοποιεία που στρατηγικά ήταν εστιασμένα στις διεθνείς ποικιλίες, πλέον αναπτύσσουν όλο και περισσότερο το Ασύρτικο και τη Μαλαγουζιά. Από την άλλη, οι διεθνείς ποικιλίες που αναφέρθηκαν παραπάνω έχουν δώσει τα διαπιστευτήριά τους, παράγοντας μερικά από τα πιο συγκλονιστικά κρασιά στον πλανήτη σε terroir-ορόσημα γι’ αυτές – στο μέρος, δηλαδή, που ταιριάζει στην καθεμία. Ας το κρατήσουμε αυτό, είναι το πρώτο σημαντικό στοιχείο. Μια πρώιμη ποικιλία, λοιπόν, πρέπει να φυτευτεί κάπου όπου κάνει κρύο, αλλιώς θα βγάλει πιθανότατα ένα κρασί... «μαρμελάδα ανανά» ή «μαρμελάδα κεράσι». Η τελευταία μού είναι ιδιαίτερα αγαπητή, αλλά στο κρασί, ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Οι ποικιλίες εκφράζουν την τυπικότητά τους σε οριακές συνθήκες. Το πιπέρι του Syrah, η φυτικότητα του Cabernet, του Sauvignon Blanc ή του Merlot θα χαθούν σε ζεστά terroir ή όταν οινοποιούνται με υψηλούς αλκοολικούς βαθμούς, που σηματοδοτούν υπερωριμάνσεις. Θέλω να πω ότι το θέμα μάλλον δεν είναι η ξενική ποικιλία, ρίχνοντάς της το ανάθεμα, αλλά τι στιλ κρασιού θα μας δώσει. Υπάρχει χώρος και δρόμος για τις ξενικές ποικιλίες στην Ελλάδα, υπό δύο προϋποθέσεις όμως: Πρώτα απ’ όλα να δίνουν σύγχρονα και φρέσκα κρασιά, λιγότερο κρεμώδη, ξηροκαρπάτα και αλκοολικά, με whole bunches σε αρκετά κόκκινα και απαλές εκχυλίσεις, κρασιά terroir με περισσότερο ελληνικό χαρακτήρα παρά διεθνή. Κατά δεύτερον, μήπως ήρθε η στιγμή να δούμε τι πραγματικά ταιριάζει στην Ελλάδα από ξενικές ποικιλίες; Προσωπικά δεν πιστεύω ότι αυτό είναι το Chardonnay, το Merlot, το Sauvignon Blanc, το Cabernet Sauvignon ή το Syrah – με την εξαίρεση κάποιων terroir όπου δεν γίνονται «μαρμελάδα». Μήπως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να δούμε πιο στοχευμένα τις μεσογειακές ποικιλίες της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας; Mήπως θα ήταν πιο λογικό να φυτευτεί Negroamaro ή Fiano στην Πελοπόννησο, σε αντίθεση με το Merlot ή το Sauvignon Blanc; Ή ακόμη Grenache, Mourvèdre και Carignan; Υπό αυτές τις δύο προϋποθέσεις, ΝΑΙ, υπάρχει μέλλον και για τις διεθνείς ποικιλίες στην Ελλάδα.

el-gr